ασκηθής

ἀσκηθής, -ές (Α)
1. ο αβλαβής, ο σώος
2. ο ασφαλής
3. ο γνήσιος, ο ανόθευτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α-στερ. + *σκήθος «βλάβη, ζημιά», το οποίο συνδέεται με μια γερμανική και κελτική ομάδα λέξεων (πρβλ. γοτθ. skapis «βλάβη, ζημιά», ιρλ. scathaim «παραλύω, ακρωτηριάζω»), υπό την προϋπόθεση ότι το θ. προέρχεται από ινδοευρ. *th].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀσκηθής — unhurt masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθῇς — ἀσκέω work aor subj pass 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθῆ — ἀσκηθής unhurt neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀσκηθής unhurt masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀσκηθής unhurt masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθεῖς — ἀσκηθής unhurt masc/fem acc pl ἀσκηθής unhurt masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθέα — ἀσκηθής unhurt neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀσκηθής unhurt masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθές — ἀσκηθής unhurt masc/fem voc sg ἀσκηθής unhurt neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθοῦς — ἀσκηθής unhurt masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθέας — ἀσκηθής unhurt masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθέες — ἀσκηθής unhurt masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκηθέος — ἀσκηθής unhurt masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.